Ο εγκολεασμός είναι η κατάσταση κατά την οποία ένα τμήμα του εντέρου εισχωρεί μέσα σε ένα γειτονικό του τμήμα. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εντερική απόφραξη και διακοπή της αιμάτωσης του προσβεβλημένου τμήματος.
Αποτελεί συχνή αιτία οξείας απόφραξης του λεπτού εντέρου και είναι η συχνότερη αιτία εντερικής απόφραξης σε παιδιά κάτω των 3 ετών. Στο 75% των περιπτώσεων εμφανίζεται πριν από την ηλικία των 2 ετών. Παράλληλα, είναι μια συχνή αιτία κοιλιακού πόνου σε παιδιά προσχολικής ηλικίας. Στους ενήλικες, ο εγκολεασμός είναι σπάνιος και ευθύνεται για μόλις το 1% των περιπτώσεων εντερικής απόφραξης.
Ο εγκολεασμός προκαλείται όταν ένα τμήμα του εντέρου, συνήθως του λεπτού εντέρου, εισχωρεί μέσα στο αμέσως επόμενο. Οφείλεται στις φυσιολογικές κυματοειδείς συσπάσεις του εντέρου, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις «παρασύρουν» το ένα τμήμα μέσα στο άλλο.
Εγκολεασμός στα παιδιά
Στη μεγάλη πλειονότητα των παιδιών, δεν ανευρίσκεται συγκεκριμένο αίτιο. Η εμφάνιση του εγκολεασμού παρατηρείται συχνότερα το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Αυτό συμβαίνει διότι εκείνη την περίοδο είναι αυξημένες οι ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού και του γαστρεντερικού. Για τον λόγο αυτό, θεωρείται πιθανή η συμμετοχή ιογενών λοιμώξεων στην εκδήλωση της νόσου.
Εγκολεασμός στους ενήλικες
Στους ενήλικες, τα αίτια είναι συνήθως σαφέστερα. Ο εγκολεασμός συνδέεται συχνότερα με την ύπαρξη όγκων ή πολυπόδων, καλοήθων ή κακοήθων. Οι βλάβες αυτές αποτελούν το αρχικό σημείο γύρω από το οποίο ξεκινά η αναδίπλωση του εντέρου. Άλλα πιθανά αίτια περιλαμβάνουν συμφύσεις, συνήθως μετά από προηγούμενες κοιλιακές επεμβάσεις, καθώς και φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, όπως η νόσος Crohn.
Τα συμπτώματα του εγκολεασμού διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και δεν εμφανίζονται πάντα όλα μαζί.
Συμπτώματα στα παιδιά
Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο αιφνίδιος, έντονος κοιλιακός πόνος, που εκδηλώνεται με έντονο κλάμα. Ο πόνος εμφανίζεται κατά διαστήματα, αρχικά κάθε 15–20 λεπτά, με περιόδους όπου το παιδί δείχνει καλά.
Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι:
Δεν εμφανίζουν όλα τα παιδιά όλα τα συμπτώματα.
Συμπτώματα στους ενήλικες
Στους ενήλικες, ο εγκολεασμός είναι σπάνιος και τα συμπτώματα συχνά μοιάζουν με άλλες γαστρεντερικές διαταραχές. Το συχνότερο είναι ο κοιλιακός πόνος, ο οποίος μπορεί να είναι συνεχής ή να αρχίζει και να ξανασταματά κατά διαστήματα. Συχνά συνυπάρχουν ναυτία, έμετος, κοιλιακή διάταση και αιματηρές κενώσεις. Τα συμπτώματα μπορεί να επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρότι πρόκειται για επείγουσα κατάσταση.
Η διάγνωση του εγκολεασμού ξεκινά με τη λήψη ιατρικού ιστορικού και την καταγραφή του χρόνου εμφάνισης των συμπτωμάτων. Κατά την κλινική εξέταση, μπορεί να ψηλαφηθεί μια επιμήκης μάζα στην κοιλιά, που συχνά παρομοιάζεται με σχήμα λουκάνικου.
Η επιβεβαίωση της διάγνωσης γίνεται με απεικονιστικό έλεγχο. Στα παιδιά, η υπερηχογραφική εξέταση αποτελεί την πρώτη επιλογή και μπορεί να αναδείξει με μεγάλη ακρίβεια τον εγκολεασμό. Στους ενήλικες, χρησιμοποιείται συχνότερα η αξονική τομογραφία, η οποία μπορεί να δείξει την απόφραξη και να ελέγξει για πιθανές επιπλοκές, όπως διάτρηση του εντέρου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις στα παιδιά, χρησιμοποιείται ένας ειδικός υποκλυσμός με αέρα ή υγρό και ακτινολογικός έλεγχος. Μπορεί ταυτόχρονα να επιβεβαιώσει τη διάγνωση και να επαναφέρει το έντερο στη σωστή του θέση.
Η αντιμετώπιση του εγκολεασμού αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση και στοχεύει στην άμεση αποκατάσταση της βατότητας του εντέρου. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να αποφευχθούν επιπλοκές όπως αφυδάτωση, καταπληξία, λοίμωξη ή νέκρωση του εντερικού τοιχώματος.
Στα παιδιά, η πρώτη επιλογή είναι συνήθως μια ακτινολογική μέθοδος με υγρό ή αέρα, που βοηθά να επανέλθει το έντερο στη σωστή του θέση χωρίς χειρουργείο. Η μέθοδος αυτή λειτουργεί τόσο διαγνωστικά όσο και θεραπευτικά και είναι αποτελεσματική στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων. Αν αυτή η διαδικασία είναι επιτυχής, συνήθως δεν απαιτείται περαιτέρω θεραπεία, αν και υπάρχει μικρό ποσοστό υποτροπής.
Η χειρουργική αντιμετώπιση ενδείκνυται όταν η ακτινολογική μέθοδος αποτύχει, όταν υπάρχει διάτρηση του εντέρου ή κάποια λοίμωξη. Στους ενήλικες, η χειρουργική επέμβαση αποτελεί τη βασική θεραπευτική επιλογή. Η επέμβαση μπορεί να γίνει με λαπαροτομία ή λαπαροσκόπηση και περιλαμβάνει την ανάταξη του εντέρου ή, εφόσον απαιτείται, την εκτομή του πάσχοντος τμήματος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο εγκολεασμός μπορεί να είναι παροδικός και να υποχωρήσει χωρίς παρέμβαση, ωστόσο η εκτίμηση από χειρουργό είναι απαραίτητη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο εγκολεασμός δεν συνοδεύεται από μακροχρόνιες επιπλοκές, ιδιαίτερα όταν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Μετά από ακτινολογική ανάταξη, το ποσοστό υποτροπής κυμαίνεται περίπου στο 5–10%, με την υποτροπή να εμφανίζεται συνήθως μέσα στους πρώτους έξι μήνες από το αρχικό επεισόδιο. Μετά από χειρουργική επέμβαση, η πιθανότητα υποτροπής είναι μικρότερη, περίπου 5%.
Ωστόσο μπορεί να δημιουργηθούν συμφύσεις στην κοιλιακή χώρα, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε απόφραξη του εντέρου. Αν ο εγκολεασμός δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να διακοπεί η αιμάτωση του εντέρου, οδηγώντας σε νέκρωση και διάτρηση. Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστεί περιτονίτιδα, μια σοβαρή κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική αντιμετώπιση και μπορεί να συνοδευτεί από καταπληξία.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον εγκολεασμό του εντέρου, τη σωστή διάγνωση και τις σύγχρονες μεθόδους αντιμετώπισής του, απευθυνθείτε στον Γενικό Χειρουργό Δρ. Γεώργιο Ανθιμίδη. Η έγκαιρη αξιολόγηση είναι καθοριστική για την αποφυγή επιπλοκών και την ασφαλή αποκατάσταση της λειτουργίας του εντέρου. Επικοινωνήστε για υπεύθυνη ιατρική καθοδήγηση και εξατομικευμένη φροντίδα.